Το δικαίωμα σχολικής ενημέρωσης των γονέων που δεν ασκούν την επιμέλεια τέκνων

Πολλές σχολικές μονάδες της Α/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης ανά τη χώρα αρνούνται ή κωλυσιεργούν ή παραλείπουν να ενημερώνουν τον γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια για τις επιδόσεις των τέκνων του, επικαλούμενες την προγενέστερη άρνηση του γονέα που ασκεί την επιμέλεια ή προβάλλοντας σαν δικαιολογία τον αυξημένο φόρτο εργασίας ή την έλλειψη προσωπικού.  Μάλιστα, σε πλείστες όσες περιπτώσεις  υποχρεώνουν τον γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια να υποβάλει κάθε φορά έγγραφο αίτημα, όταν επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμά του για πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν στα ανήλικα τέκνα του.

Οι πρακτικές αυτές, οι οποίες εδράζονται συχνά σε άγνοια ή σε γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, είναι σαφώς καταχρηστικές και νόμω αβάσιμες.

Αναλυτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ΄ αριθμόν πρωτ. Φ.7_517_127893_Γ1_13.10.2010  εγκυκλίου του υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων με θέμα «Δικαιώματα των παιδιών – μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας απ΄ αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους». «…η ενημέρωση του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια τέκνου επιβάλλεται στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του σχολείου».

Από την ανάγνωση αυτής της διατύπωσης συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ενημέρωση του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια, δεν τελεί υπό όρους, δεν διεξάγεται υπό προϋποθέσεις και δεν συναρτάται από άλλες πρόδρομες ενέργειες ή πρωτοβουλίες. Εάν το υπουργείο Παιδείας, που εξέδωσε την εγκύκλιο, ήθελε πράγματι να οριοθετήσει το δικαίωμα ενημέρωσης, τότε θα προέβαινε στην υιοθέτηση  περιοριστικής διατύπωσης και θα εισήγε τον προφανή όρο «κατόπιν αιτήματος του γονέα». Ωστόσο, τέτοιος περιορισμός δεν υφίσταται, ούτε βεβαίως συνάγεται ή υπονοείται με έμμεσο τρόπο.

Η απουσία περιορισμών και προϋποθέσεων υπογραμμίζει με τον πλέον διαυγή τρόπο ότι η ενημέρωση του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια διεξάγεται αυτεπαγγέλτως και δίχως προηγούμενη όχληση ή υπόμνηση ή υπενθύμιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την ενημέρωση του γονέα που ασκεί την επιμέλεια. Είναι δε απολύτως σαφές ότι ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια δεν έχει την εξουσία να κάμψει το δικαίωμα του έτερου γονέα για οποιοδήποτε λόγο, πλην βεβαίως περιπτώσεων βίας ή εκδηλώσεων που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της σχολικής μονάδας.

Όπως λοιπόν ο ασκών την επιμέλεια γονέας ενημερώνεται από τη διοίκηση της εκάστοτε σχολικής μονάδας, δίχως να υποβάλει κάθε φορά γραπτό αίτημα, έτσι και ο μη ασκών την επιμέλεια γονέας δικαιούται να  ενημερώνεται, χωρίς να το αιτηθεί εγγράφως και δίχως προηγουμένως να το ζητήσει.

Εξάλλου, κατά την άσκηση του δικαιώματος ενημέρωσης είναι εκ του νόμου ανεπίτρεπτος οποιοσδήποτε διαχωρισμός ή διάκριση μεταξύ του γονέα που ασκεί την επιμέλεια και του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια.

Απολύτως σαφής είναι στο σημείο αυτό η θέση που διατυπώνει ο Συνήγορος του Παιδιού, η ανεξάρτητη αρχή προάσπισης των δικαιωμάτων των παιδιών, το ρόλο της οποίας ασκεί σήμερα στην Ελλάδα ο Συνήγορος του Πολίτη, βάσει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης (ν. 3094/2003). Στην από 11.08.2010 γνωμοδότησή του προς το υπουργείο Παιδείας ο Συνήγορος του Παιδιού σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«στόσο, προκειµένου για την ενηµέρωση των γονέων των µαθητών, για τα πρωτοβάθµια σχολεία ο νόµος (ΠΔ 201/98 άρ.11 παρ.1) δεν προβαίνει σε καµία διαφοροποίηση [σ.σ. σε σχέση με τον ασκούντα την επιμέλεια], ορίζοντας ότι:

“β. Οι γονείς των µαθητών ενημερώνονται κατά το µήνα Σεπτέμβριο από τον δάσκαλο της τάξης ή και τον διευθυντή για το ωρολόγιο πρόγραµµα, και για θέµα που αφορά τη λειτουργία του σχολείου, τη διδακτική πράξη, τη συμμετοχή των παιδιών στη µαθησιακή διαδικασία, την οργάνωση της τάξης, τις απαιτήσεις του σχολείου, τις προσδοκίες των γονέων και άλλα συναφή θέµατα.

γ. Η ενημέρωση των γονέων µετά τη λήξη του τριµήνου γίνεται σύµφωνα µε τα Π που αφορούν την αξιολόγηση… Εντός 10 ηµερών από τη λήξη κάθε τριµήνου πραγµατοποιείται, µε ευθύνη του διευθυντή, συνάντηση µε τους γονείς, στους οποίους χορηγείται έλεγχος προόδου, Οι συναντήσεις µε τους γονείς κατά τάξη ή σχολείο γίνονται σε χρόνο που επιτρέπει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γονέων σ’ αυτές και εκτός ωρών διδασκαλίας, σύµφωνα µε την παράγραφο 8 του άρθρου 13 του Ν.1566/85.

ε. Κάθε εκπαιδευτικός ορίζει ηµέρα και ώρα συνεργασίας µε τους γονείς µία φορά το µήνα. Οι γονείς µπορούν να επικοινωνούν µε τους εκπαιδευτικούς κάθε φορά που προκύπτουν προβλήµατα. Οι γονείς καλούνται να ενηµερωθούν: (1) για τη σχολική εργασία και την πρόοδο των παιδιών τους (2) για γενικότερα θέµατα αγωγής και επιµόρφωσης γονέων.

στ. Συγκεντρώσεις γονέων και κηδεµόνων, τουλάχιστον µία φορά το τρίµηνο οργανώνει το σχολικό συµβούλιο… Οι συγκεντρώσεις αυτές πραγµατοποιούνται προκειµένου οι γονείς: (1) να ενηµερωθούν σε θέµατα λειτουργίας του σχολείου και (2) να παρακολουθήσουν προγράµµατα επιµόρφωσης.

ζ. Για την αντιµετώπιση των περιπτώσεων των µαθητών που παρουσιάζουν σοβαρές µαθησιακές δυσκολίες και προβλήµατα συµπεριφοράς, ο δάσκαλος της τάξης συνεργάζεται µε το διευθυντή του σχολείου, το σχολικό σύµβουλο, και ασφαλώς τους ενδιαφερόµενους γονείς, οι οποίοι µπορούν ακόµη να καλούνται και µέσα στην τάξη την ώρα του µαθήµατος όταν ο δάσκαλος το κρίνει απαραίτητο”».

Επιπροσθέτως, το απρόσκοπτο και αυτεπαγγέλτως ασκούμενο δικαίωμα ενημέρωσης και των δύο γονέων απορρέει και από τη σαφή πρόβλεψη της Διεθνούς Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΔΣΔΠ),  η οποία αποτελεί νόμο του ελληνικού κράτους – και μάλιστα επικυρωμένο με αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28, παρ. 1 του Συντάγματος (ν. 2101/1992). Έτσι, στο άρθρο 18 της ΔΣΔΠ ορίζεται με ενάργεια ότι «…και οι δύο γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού και την ανάπτυξή του».

Ακολούθως, το απρόσκοπτο και αυτεπαγγέλτως ασκούμενο δικαίωμα ενημέρωσης και των δύο γονέων τεκμηριώνεται και από το άρθρο 29, παρ. 1 της ΔΣΔΠ, το οποίο αναφέρει ότι «η εκπαίδευση του παιδιού πρέπει να αποσκοπεί: …  γ) στην ανάπτυξη του σεβασμού για τους γονείς του παιδιού…».

Άκρως διαφωτιστικές είναι στο σημείο αυτό οι επισημάνσεις του Συνηγόρου του Παιδιού στην από 11.08.2010 γνωμοδότησή του προς το υπουργείο Παιδείας, οι οποίες έχουν ως εξής:

«Τα πιο πάνω είναι σύµφωνα µε το δικαίωµα του παιδιού σε ανατροφή από τους δύο γονείς, το οποίο κατοχυρώνεται από τη ιεθνή Σύµβαση των ικαιωµάτων του Παιδιού (άρθρο 18, που µνηµονεύτηκε πιο πάνω), καθώς και µε τους ρητά κατοχυρωμένους σκοπούς της εκπαίδευσης και ειδικά την ανάπτυξη του σεβασµού για τους γονείς του παιδιού (άρ. 29, που επίσης µνηµονεύθηκε πιο πάνω), ο οποίος ασφαλώς δεν µπορεί να καλλιεργηθεί εάν το σχολείο αρνείται αδικαιολόγητα να προβεί σε ενημέρωση του γονέα που δεν µένει µε το παιδί.

    Και επίσης είναι σύµφωνα µε τις προβλέψεις της εσωτερικής νομοθεσίας περί γονικής µέριµνας, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε περιλαμβάνεται η εκπροσώπηση του τέκνου, η οποία διακρίνεται σε εξώδικη και δικαστική (Γεωργιάδη Α., Σταθόπουλου, Μ. Αστικός Κώδιξ, κατ’άρθρο ερμηνεία, VIII, υπό άρ.1510, VII, 2, 77 και 88, εκδ.Σάκκουλα, 1993, σσ.125 και 127).

   Στο πλαίσιο της εξώδικης εκπροσώπησης, ο ασκών το υπόλοιπο (πλην της επιµέλειας) της γονικής µέριµνας έχει ατοµικό δικαίωµα να λάβει σχετική πληροφόρηση για την εκπαίδευση του τέκνου του από τους αρμόδιους φορείς, ενώπιον των οποίων εκπροσωπεί το τέκνο».

Δεν είναι, άλλωστε, διόλου τυχαίο ότι ο Συνήγορος του Παιδιού υπογραμμίζει με ιδιαίτερη έμφαση – και μάλιστα δύο φορές – τη σημασία που ενέχει η απουσία διαχωρισμού – εκ μέρους της διοίκησης της εκάστοτε σχολικής μονάδας – μεταξύ των γονέων. Χαρακτηριστικά αναφέρει:

 «Η έλλειψη κάθε διάκρισης µεταξύ γονέων που ασκούν την επιµέλεια και γονέων που δεν την ασκούν είναι σύµφωνη, όπως προαναφέρθηκε, µε το δικαίωµα του παιδιού σε ανατροφή από τους δύο γονείς, το οποίο κατοχυρώνεται από τη ιεθνή Σύµβαση των ικαιωµάτων του Παιδιού (άρθρο 18) και µε τους ρητά κατοχυρωµένους σκοπούς της εκπαίδευσης και ειδικά την ανάπτυξη του σεβασµού για τους γονείς του παιδιού (άρ.29), αλλά και τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου περί γονικής µέριµνας και επιµέλειας, δεδοµένου ότι η ανάθεση της τελευταίας σε γονέα του εκχωρεί κατά πάγια νοµολογία απλώς τηναρµοδιότητα να αποφασίζει µόν[ος] για τα τρέχοντα και καθηµερινά µόνο θέµατα τα σχετιζόµενα µε την ανατροφή του τέκνου” (ΑΠ 1321/1992, Αρµ 1994, σελ.340, /νη 1994, σελ.376)».

          Σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παροχή πληροφόρησης προς τον γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια γίνεται – και θα πρέπει να γίνεται – με κάθε κατάλληλο μέσο και με κάθε πρόσφορο τρόπο, ήτοι δια ζώσης από τους διδάσκοντες και τη διεύθυνση του σχολείου και μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (email). Ομοίως, και τηλεφωνικώς από τη διεύθυνση του σχολείου, αλλά και με τη διάθεση κάθε έγγραφου στοιχείου που αφορά στη φοίτηση του τέκνου, όπως – ενδεικτικά, όχι περιοριστικά – είναι, μεταξύ άλλων, οι γραπτές δοκιμασίες, οι γραπτές εκθέσεις και εργασίες, οι έλεγχοι προόδου, οι τίτλοι αποφοίτησης κ.ά.

          Η επιλεκτική παροχή πληροφοριών, η αποσπασματική διάθεση στοιχείων και η κατά περίπτωση ή με σημαντική καθυστέρηση τηλεφωνική επικοινωνία με τον γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια, θίγει στον πυρήνα του και εν τέλει φαλκιδεύει το δικαίωμα ενημέρωσης. Όπως είναι αδιανόητο να τελεί σε κενό πληροφόρησης ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια, είναι ταυτοχρόνως ανεπίτρεπτο να παραγκωνίζεται και να τίθεται στο περιθώριο ο γονέας που δεν ασκεί την επιμέλεια.

          Ομοίως είναι αδιανόητη και ανεπίτρεπτη η διάκριση ανάμεσα στον γονέα που λαμβάνει απρόσκοπτα πληροφόρηση για το τέκνο του, χωρίς να το ζητήσει εγγράφως, και στον γονέα που δύναται να λάβει πληροφόρηση μόνον εφόσον καταθέσει προηγουμένως έγγραφο αίτημα.

Σε ό,τι αφορά ειδικώς στη χορήγηση των ελέγχων και των τίτλων προόδου των τέκνων, τους οποίους συχνά αρνούνται να διαθέσουν οι σχολικές μονάδες και στους δύο γονείς, είναι απολύτως αβάσιμη και όλως καταχρηστική η όποια επίκληση για προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ποια είναι άραγε τα προσωπικά δεδομένα που θα πρέπει να προστατευθούν, ώστε να μην παραδώσει, όπως οφείλει, η διεύθυνση της εκάστοτε σχολικής μονάδας στον ένα εκ των δύο γονέων, αυτόν που δεν ασκεί την επιμέλεια, τα ως άνω έγγραφα; Με άλλα λόγια, οι βαθμοί και οι σχολικές επιδόσεις των ανήλικων τέκνων χρήζουν προστασίας και διαφύλαξης από τον ίδιο τον γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα, αλλά δεν ασκεί την επιμέλεια;

Όπως ρητώς αναφέρει το υπουργείο Παιδείας, «μέριμνα του εκπαιδευτικού πρέπει να αποτελεί η προστασία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του παιδιού – μαθητή σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη την άποψη του παιδιού και έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον του, (…), χωρίς να ευνοεί τυχόν ανοίκειες ιδιοκτησιακές αντιλήψεις του γονέα που ασκεί την επιμέλεια απέναντι στο παιδί-μαθητή».

Κατόπιν αυτών, καθίσταται σαφές ότι, σε περίπτωση διάστασης, αποτελεί  ρητή υποχρέωση της εκάστοτε σχολικής μονάδας να παράσχει πλήρη, σφαιρική και έγκαιρη ενημέρωση για όλα τα ζητήματα φοίτησης των τέκνων και στους δύο γονείς, χωρίς ελλείψεις, παραλείψεις και καθυστερήσεις. Η ενημέρωση αυτή καθίσταται σαφές ότι εκ του νόμου είναι αυτεπάγγελτη, δίχως άλλη προειδοποίηση ή υπόμνηση εκ μέρους του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια και πλήρως ισότιμη προς τον έτερο γονέα που ασκεί  την επιμέλεια.

Σχετικά έγγραφα:

  • Η υπ΄ αριθμόν πρωτ. Φ.7/517/127893 /Γ1/13.10.2010 εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων με θέμα «Δικαιώματα των παιδιών – μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας απ΄ αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους»
  • Η από 11.08.2010 γνωμοδότηση του Συνηγόρου του Παιδιού προς το υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.
  • Το από τον Οκτώβριο 2010 δελτίο Τύπου του Συνηγόρου του Παιδιού.
  • Το υπ΄ αριθμόν 201/1998 Προεδρικό Διάταγμα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία δημοτικών σχολείων.
  • Το πλήρες κείμενο του ν. 2101/1992 (ΦΕΚ 192/Α/2.12.1992), με τον οποίο έχει κυρωθεί η Διεθνής Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΔΣΔΠ)

 

Γιώργος Μούλκας – Ενεργός Μπαμπάς
Δημοσιογράφος | Μέλος ΕΣΗΕΜ-Θ

Σχετικά άρθρα