Έρευνα • Γονική αποξένωση • Δικαιώματα του παιδιού
Έρευνα των Ενεργών Μπαμπάδων με 247 συμμετέχοντες ανέδειξε τον πιθανό ρόλο συγγενών, φίλων και τρίτων προσώπων. Γιατί η Δικαιοσύνη πρέπει να διερευνά ολόκληρο το περιβάλλον του παιδιού και πότε απαιτείται ανεξάρτητη ψυχολογική ή ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη.
Η αποξένωση δεν λειτουργεί πάντοτε από ένα μόνο πρόσωπο
Όταν ένα παιδί απομακρύνεται από τον έναν γονέα του, η δημόσια συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στη συμπεριφορά του άλλου γονέα.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν στη διαμόρφωση της στάσης του παιδιού συμμετέχουν περισσότερα πρόσωπα; Όταν συγγενείς επαναλαμβάνουν εχθρικές αφηγήσεις, φίλοι ενισχύουν την αντιπαράθεση, νέοι σύντροφοι εμπλέκονται στις οικογενειακές συγκρούσεις και τρίτοι καλούνται να υποστηρίξουν συγκεκριμένες εκδοχές των γεγονότων;
Τότε η υπόθεση ενδέχεται να ξεπερνά τα όρια της σύγκρουσης δύο γονέων. Μπορεί να δημιουργείται ένα ολόκληρο πλέγμα συμπεριφορών που συντηρεί τη ρήξη και δυσχεραίνει την αποκατάσταση της οικογενειακής σχέσης.
Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα που ανέδειξε ήδη από το 2020 η διαδικτυακή έρευνα των «Ενεργών Μπαμπάδων για τα Δικαιώματα του Παιδιού», με τίτλο «Γονική Αποξένωση και Ψευδείς Κατηγορίες».
Η έρευνα δεν περιορίστηκε στις συμπεριφορές των δύο γονέων. Εξέτασε και την πιθανή συμμετοχή άλλων προσώπων στη διαμόρφωση ή την ενίσχυση της αποξένωσης.
Είναι επαρκής η δικαστική αντιμετώπιση μιας τέτοιας υπόθεσης, όταν εξετάζεται αποκλειστικά η συμπεριφορά του ενός γονέα και όχι το σύνολο του οικογενειακού περιβάλλοντος;
Το 93% της έρευνας που δεν πρέπει να αγνοηθεί
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2020 με ανώνυμο διαδικτυακό ερωτηματολόγιο και συμμετοχή 247 ατόμων, κυρίως γονέων. Τα ευρήματά της παρουσιάστηκαν στο ψηφιακό συνέδριο «Σύγχρονης κοινωνίας, εκπαίδευσης και ψυχικής υγείας» του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στις 3–5 Ιουλίου 2020. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τους Ενεργούς Μπαμπάδες και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πανεπιστημιακή έρευνα του ίδιου του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Στη σελίδα 18 της πρωτογενούς έκθεσης περιλαμβάνεται μια ιδιαίτερα σημαντική ερώτηση:
Σημαντική διευκρίνιση: Τα ποσοστά αφορούν απαντήσεις του συγκεκριμένου, μη αντιπροσωπευτικού δείγματος. Η έρευνα δεν επαλήθευσε ανεξάρτητα όλες τις καταγγελίες και δεν αποδεικνύει ότι το 93% των υποθέσεων γονικής αποξένωσης στην Ελλάδα περιλαμβάνει πραγματική συμμετοχή τρίτων.
Επιπλέον, το 85% των συμμετεχόντων ήταν άνδρες, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων.
Το εύρημα δεν αποτελεί απόδειξη συλλογικής ενοχής. Αποτελεί όμως σοβαρό λόγο να διερευνηθεί επιστημονικά ο ρόλος του ευρύτερου περιβάλλοντος.
Η διερεύνηση δεν σημαίνει καταδίκη. Σημαίνει ότι οι αρχές δεν πρέπει να αγνοούν πιθανές επιρροές στο παιδί μόνο και μόνο επειδή προέρχονται από ανθρώπους που δεν έχουν τυπικά τη γονική μέριμνα.
Πώς μπορεί να λειτουργεί ένα επιβαρυντικό οικογενειακό δίκτυο
Ένα παιδί δεν αναπτύσσει αντιλήψεις αποκλειστικά μέσα από όσα του λένε οι γονείς του. Επηρεάζεται από ανθρώπους που εμπιστεύεται, από το οικογενειακό κλίμα, από τις σχέσεις των ενηλίκων και από τα επαναλαμβανόμενα μηνύματα που δέχεται.
Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Ένα παιδί ακούει συστηματικά ότι ο πατέρας του δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό. Η μητέρα εκφράζει αρνητικά σχόλια. Ένας παππούς επαναλαμβάνει την ίδια άποψη. Μια θεία παρουσιάζει τον πατέρα ως ανεπιθύμητο. Ένας οικογενειακός φίλος επιβεβαιώνει την ίδια αφήγηση.
Το παιδί ενδέχεται σταδιακά να αισθανθεί ότι η αγάπη του για τον πατέρα συγκρούεται με την αποδοχή του από τους ανθρώπους με τους οποίους ζει. Το ίδιο υποθετικό μοτίβο μπορεί να εμφανιστεί και με αντίστροφους γονικούς ρόλους.
Δεν είναι το φύλο που καθορίζει αν μια συμπεριφορά είναι επιβλαβής. Είναι οι πράξεις, η επανάληψή τους, η επίδρασή τους στο παιδί και οι πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνονται.
Σε μια τέτοια δυναμική μπορεί να αναπτύσσεται σύγκρουση αφοσίωσης: το παιδί να πιστεύει ότι για να παραμείνει αγαπητό στο ένα περιβάλλον πρέπει να απορρίψει το άλλο.
Δεν απαιτείται κάθε μέλος του περιβάλλοντος να δρα συνειδητά ή βάσει κοινού σχεδίου. Μερικοί μπορεί να πιστεύουν ότι βοηθούν τον συγγενή τους. Άλλοι μπορεί να αγνοούν τις συνέπειες των λόγων τους. Σε άλλες περιπτώσεις ενδέχεται να υπάρχει σκόπιμη υπονόμευση.
Αυτές οι διαφορετικές καταστάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ταυτόσημες.
Όταν η προσωπική σύγκρουση αποκτά πολλαπλούς υποστηρικτές
Η έρευνα των Ενεργών Μπαμπάδων περιλαμβάνει και ένα δεύτερο ενδιαφέρον εύρημα. Στη σελίδα 17 της έκθεσης, το 81% των απαντήσεων σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κάποιος δικηγόρος είχε συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα σε συμπεριφορές που οι ερωτηθέντες αντιλαμβάνονταν ως αποξένωση ή υποστήριξη ψευδών κατηγοριών.
Το αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει επαγγελματική παράβαση του 81% των δικηγόρων που εμπλέκονται σε οικογενειακές υποθέσεις ούτε επιβεβαιώνει ότι οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες γνώριζαν πως κάποιος ισχυρισμός ήταν αναληθής. Η νόμιμη υπεράσπιση ενός γονέα δεν συνιστά από μόνη της συμμετοχή σε αποξενωτική συμπεριφορά.
Το εύρημα, ωστόσο, αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα που αξίζει ανεξάρτητη εξέταση: τη δυνατότητα μια οικογενειακή διαφορά να ενισχύεται από αντιπαρατιθέμενες ομάδες ενηλίκων.
Στο περιβάλλον αυτό, κάθε νέα σύγκρουση μπορεί να παράγει νέα αντιπαράθεση, νέα μαρτυρία, νέα καταγγελία και νέα δικαστική διαδικασία. Το παιδί κινδυνεύει να χαθεί μέσα σε μια αλληλουχία αλληλοκατηγοριών.
Μια καταγγελία κακοποίησης πρέπει να διερευνάται σοβαρά και ανεξάρτητα. Δεν καθίσταται ψευδής επειδή αμφισβητείται από τον καταγγελλόμενο, ούτε μια αθώωση αποδεικνύει αυτομάτως ότι ο καταγγέλλων ενήργησε κακόπιστα.
Αντίστοιχα, όταν αποδεικνύεται ότι συγκεκριμένα πρόσωπα κατασκεύασαν εν γνώσει τους γεγονότα ή παρεμπόδισαν παράνομα οικογενειακές σχέσεις, πρέπει να εξετάζονται οι αντίστοιχες νομικές συνέπειες.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να ελέγχει γεγονότα και συμπεριφορές, όχι να υιοθετεί ανεξέταστα την αφήγηση οποιασδήποτε πλευράς.
Ένα νοσηρό πλέγμα συμπεριφορών δεν σημαίνει συλλογική ψυχιατρική διάγνωση
Η συστηματική υπονόμευση μιας σχέσης παιδιού και γονέα μπορεί να περιγραφεί κοινωνικά ως νοσηρή οικογενειακή δυναμική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι συμμετέχουν σε μια επιβλαβή συμπεριφορά πάσχουν από ψυχιατρική διαταραχή.
Άλλο η διαπίστωση μιας καταστροφικής συμπεριφοράς και άλλο η διάγνωση ψυχικής νόσου.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν αναγνωρίζει τη γονική αποξένωση ως αυτοτελή ψυχιατρική διάγνωση στο ICD-11. Παράλληλα, προβλήματα στη σχέση παιδιού και φροντιστή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης από επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Επομένως, η αναγκαία επιστημονική παρέμβαση δεν πρέπει να στηρίζεται σε γενικευμένες ταμπέλες. Πρέπει να εξετάζει τη συμπεριφορά συγκεκριμένων προσώπων, τη δυναμική της οικογένειας, πιθανές μορφές ψυχολογικής πίεσης, την ύπαρξη κινδύνων και τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού.
Όταν προκύπτουν τεκμηριωμένες ενδείξεις που δικαιολογούν κλινική διερεύνηση, μπορεί να χρειάζεται εξειδικευμένη ψυχολογική ή ψυχιατρική αξιολόγηση. Ο σκοπός δεν είναι να χαρακτηριστεί κάποιος «άρρωστος» επειδή βρίσκεται σε αντιδικία, αλλά να διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα και πώς μπορεί να προστατευθεί το παιδί.
Η ψυχιατρική δεν πρέπει να γίνεται όπλο εναντίον ενός γονέα. Πρέπει να αξιοποιείται, όπου είναι επιστημονικά αναγκαίο, ως μέσο προστασίας της ψυχικής υγείας.
Η Δικαιοσύνη έχει ήδη εργαλεία για να παρέμβει
Η ελληνική νομοθεσία δεν αντιμετωπίζει τη διάρρηξη των οικογενειακών σχέσεων ως αδιάφορο γεγονός.
Το άρθρο 1532 του Αστικού Κώδικα, όπως διαμορφώθηκε με τον Ν. 4800/2021, περιλαμβάνει στις περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας τη διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του παιδιού με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του, καθώς και την παρεμπόδιση της επικοινωνίας.
Ανάλογα με τα αποδεικτικά στοιχεία και το συμφέρον του παιδιού, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πρόσφορα μέτρα, ακόμη και να μεταβάλει την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Το άρθρο 1514 προβλέπει επίσης τη δυνατότητα δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Το άρθρο 1520 αναφέρεται ρητά στη δυνατότητα εκπόνησης εμπεριστατωμένων εκθέσεων από κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχιάτρους ή ψυχολόγους, για την εκτίμηση της καταλληλότητας γονέα ως προς την επικοινωνία όταν τίθεται σχετικό ζήτημα.
Δεν πρόκειται μόνο για θεωρητικές δυνατότητες. Στην απόφαση 260/2023 του Εφετείου Πειραιώς, το δικαστήριο διέταξε ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη για τη διερεύνηση των οικογενειακών σχέσεων και της ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης ανηλίκου.
Η υπόθεση δείχνει ότι η επιστημονική πραγματογνωμοσύνη μπορεί να ενταχθεί στην πραγματική δικαστική διαδικασία, όταν ο δικαστής διαπιστώνει την ανάγκη ειδικών γνώσεων.
Το σημαντικό ζήτημα είναι η έγκαιρη και ορθή αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων. Εάν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι τρίτα πρόσωπα επηρεάζουν επιβλαβώς το παιδί, η πραγματική τους συμμετοχή πρέπει να εξετάζεται με κατάλληλα αποδεικτικά μέσα.
Όχι επειδή είναι συγγενείς του ενός γονέα, αλλά επειδή τυχόν συγκεκριμένες συμπεριφορές τους μπορεί να επηρεάζουν άμεσα το συμφέρον του ανηλίκου.
Γιατί χρειάζεται συνδυασμένη δικαστική και επιστημονική παρέμβαση
Οι πολύπλοκες οικογενειακές συγκρούσεις δεν επιλύονται πάντοτε με μία μόνο δικαστική απόφαση. Όταν έχουν παγιωθεί έντονα αρνητικές αντιλήψεις, συστηματική σύγκρουση ή πιέσεις προς το παιδί, η νομική ρύθμιση μπορεί να χρειάζεται κατάλληλη επιστημονική υποστήριξη.
Προτείνουμε ένα πλαίσιο παρέμβασης με συγκεκριμένα στάδια:
- Εξειδικευμένη δικαστική διερεύνηση. Να εξετάζονται τεκμηριωμένα οι πράξεις που ενδέχεται να προκαλούν αδικαιολόγητη απομάκρυνση, ανεξάρτητα από το αν αποδίδονται σε γονέα ή τρίτο πρόσωπο. Κάθε ισχυρισμός πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς, με σεβασμό στα δικαιώματα όλων.
- Διεπιστημονική αξιολόγηση του οικογενειακού περιβάλλοντος. Σε σύνθετες υποθέσεις να εξετάζεται η δυνατότητα πραγματογνωμοσύνης από ανεξάρτητους, κατάλληλα καταρτισμένους επαγγελματίες. Η συμμετοχή παιδοψυχιάτρου ή ψυχιάτρου να αποφασίζεται μόνο όταν υπάρχει συγκεκριμένη κλινική ή δικαστικά αιτιολογημένη ανάγκη.
- Προστασία από επαναλαμβανόμενες επιβλαβείς επιρροές. Αν αποδεικνύεται ότι συγκεκριμένες συμπεριφορές του περιβάλλοντος βλάπτουν το παιδί, τα αρμόδια όργανα να εξετάζουν εξατομικευμένα και αναλογικά προστατευτικά μέτρα.
- Εξειδικευμένη υποστήριξη του παιδιού. Όπου απαιτείται, να παρέχεται κατάλληλη ψυχολογική φροντίδα, χωρίς πίεση να επιλέξει γονέα, χωρίς υποβολή απαντήσεων και χωρίς περιττές επαναλαμβανόμενες συνεντεύξεις.
- Δικαστικός έλεγχος της εφαρμογής. Να αξιολογείται αν τα μέτρα εφαρμόζονται και αν πράγματι βελτιώνουν την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τις οικογενειακές σχέσεις του παιδιού.
- Πραγματική λογοδοσία. Όπου αποδεικνύεται παράνομη παρεμπόδιση επικοινωνίας, υπαίτια παραβίαση αποφάσεων ή άλλη επιλήψιμη πράξη, να εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες νόμιμες συνέπειες χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
Η παρέμβαση αυτή δεν προϋποθέτει ότι κάθε οικογενειακή διαφορά αποτελεί περίπτωση γονικής αποξένωσης. Προϋποθέτει ότι οι αρχές εξετάζουν τα πραγματικά δεδομένα, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς να υποκαθιστούν την απόδειξη με ψυχολογικούς χαρακτηρισμούς.
Η προστασία από τη βία και η προστασία των οικογενειακών δεσμών είναι εξίσου αναγκαίες
Ένα κρίσιμο σημείο δεν πρέπει να παραβλέπεται: η άρνηση ενός παιδιού να επικοινωνήσει με γονέα δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι κάποιος τρίτος το χειραγωγεί.
Μπορεί να υπάρχουν πραγματικές αρνητικές εμπειρίες, φόβος, παραμέληση ή κακοποίηση. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να διερευνώνται με την ίδια σοβαρότητα και χωρίς προκατασκευασμένα συμπεράσματα.
Το Family Justice Council της Αγγλίας και της Ουαλίας, στις κατευθυντήριες οδηγίες του 2024, επισημαίνει την ανάγκη να εξετάζονται προσεκτικά οι ισχυρισμοί για αποξενωτικές συμπεριφορές, οι πιθανές εναλλακτικές εξηγήσεις και οι καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας.
Η καθοδήγηση αυτή δεν αποτελεί ελληνικό νόμο, αλλά αναδεικνύει μια βασική αρχή ορθής διερεύνησης.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να προστατεύει και τα δύο δικαιώματα.
Από την έρευνα του 2020 στην ανάγκη θεσμικής δράσης το 2026
Η έρευνα των Ενεργών Μπαμπάδων διεξήχθη πριν από την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του Ν. 4800/2021. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Τα ευρήματά της δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέτρηση της αποτελεσματικότητας του νόμου μετά το 2021. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν ως ιστορικό σημείο αναφοράς για τη μελέτη ενός προβλήματος που είχε ήδη καταγραφεί.
Έξι χρόνια αργότερα χρειάζεται να εξεταστεί με νέα, ανεξάρτητη και πληρέστερη έρευνα τι έχει αλλάξει. Πόσο συχνά καταγράφονται τεκμηριωμένες παρεμποδιστικές συμπεριφορές; Σε πόσες υποθέσεις ζητείται ή διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη; Πόσες αποφάσεις εφαρμόζονται και με ποιο αποτέλεσμα;
Σε ποιες περιπτώσεις καταγράφεται επιρροή τρίτων προσώπων; Ποιες παρεμβάσεις βοηθούν πραγματικά τα παιδιά, χωρίς να τα εκθέτουν σε νέους κινδύνους;
Δεν αρκεί πλέον να επαναλαμβάνουμε ότι οι οικογενειακές συγκρούσεις προκαλούν πόνο. Χρειαζόμαστε αξιόπιστη γνώση για τη λειτουργία τους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας.
Η έρευνα του 2020 έθεσε ένα ερώτημα που αξίζει να εξεταστεί ξανά με σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία.
Η ευθύνη δεν σταματά στον έναν γονέα
Οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού υποστηρίζουν ότι η πραγματική προστασία των ανηλίκων απαιτεί ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των επιβλαβών οικογενειακών συμπεριφορών.
Δεν αρκεί να εντοπίζεται μία μόνο πιθανή πηγή επιρροής, όταν υπάρχουν στοιχεία ότι η σύγκρουση ενισχύεται από περισσότερα πρόσωπα. Δεν αρκεί να εκδίδονται αποφάσεις, αν δεν διερευνάται γιατί μια ασφαλής οικογενειακή σχέση παραμένει διακομμένη.
Δεν αρκεί να ζητούμε ψυχολογική υποστήριξη μόνο για το παιδί, όταν οι ενήλικοι που διαμορφώνουν το καθημερινό περιβάλλον του συνεχίζουν αποδεδειγμένα επιβλαβείς συμπεριφορές. Και δεν αρκεί να γίνεται επίκληση της προστασίας του παιδιού χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των γεγονότων.
Αν αποδεικνύεται ότι ένα δίκτυο προσώπων συμμετέχει συστηματικά στη διάρρηξη μιας οικογενειακής σχέσης, η θεσμική αντιμετώπιση δεν πρέπει να περιορίζεται στον έναν γονέα.
Χρειάζεται να εξετάζονται οι πράξεις όλων όσοι πραγματικά εμπλέκονται, με δικαστικές εγγυήσεις, επιστημονική επάρκεια και εξατομικευμένες παρεμβάσεις.
Όχι συλλογικές ενοχοποιήσεις. Όχι αυθαίρετες ψυχιατρικές διαγνώσεις. Όχι ατιμωρησία για αποδεδειγμένα επιβλαβείς ή παράνομες συμπεριφορές.
Η οικογένεια δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς αντιπαράθεσης, με το παιδί να πληρώνει το τίμημα της σύγκρουσης των ενηλίκων.
Η σχέση με έναν γονέα δεν είναι παραχώρηση της υπόλοιπης οικογένειας. Είναι μέρος της ζωής και των δικαιωμάτων του παιδιού, εφόσον η διατήρησή της εξυπηρετεί το συμφέρον και την ασφάλειά του.
Όταν πολλοί ενήλικοι συμβάλλουν σε ένα πρόβλημα, η λύση δεν μπορεί να αναζητείται εξετάζοντας μόνο έναν.
Η προστασία του παιδιού απαιτεί να διερευνάται ολόκληρη η επιβλαβής δυναμική και να αντιμετωπίζεται με Δικαιοσύνη, επιστημονική γνώση και πραγματική ευθύνη.
Πηγές και τεκμηρίωση
- Ενεργοί Μπαμπάδες (2020). «Γονική Αποξένωση και Ψευδείς Κατηγορίες», διαδικτυακή μελέτη με 247 συμμετέχοντες, 26 σελίδες. Σελίδες 17–18: καταγγελλόμενη συμμετοχή επαγγελματιών, συγγενών, φίλων και άλλων δικτύων. Πλήρης πρωτογενής έκθεση (PDF).
- Ενεργοί Μπαμπάδες (08/07/2020). «Διαδικτυακή έρευνα: Καταστροφικές οι συνέπειες της γονεϊκής αποξένωσης». Δημοσίευση στον ιστότοπο.
- Ν. 4800/2021, ΦΕΚ Α΄ 81/21.05.2021. Διατάξεις σχετικά με τα άρθρα 1514, 1520 και 1532 του Αστικού Κώδικα. Επίσημο κείμενο νόμου (PDF).
- Εφετείο Πειραιώς, απόφαση 260/2023. Δικαστική πραγματογνωμοσύνη σε οικογενειακή διαφορά. Πρωτογενές κείμενο απόφασης.
- Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Διευκρινίσεις για τον όρο «γονική αποξένωση» και το ICD-11. Επίσημη διευκρίνιση WHO.
- Family Justice Council (2024). Guidance on responding to allegations of alienating behaviour. Οδηγίες Αγγλίας και Ουαλίας.
- Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Άρθρα 9 και 12 σχετικά με τις οικογενειακές σχέσεις και τη συμμετοχή του παιδιού. Επίσημο κείμενο UNICEF.
Επιστημονική επισήμανση: Τα ποσοστά της έρευνας του 2020 προέρχονται από αυτοαναφορές και δεν αποτελούν αντιπροσωπευτική εκτίμηση του ελληνικού πληθυσμού ή ανεξάρτητη απόδειξη παρανομίας ή ψυχικής διαταραχής συγκεκριμένων προσώπων.
Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού
📣 Αν αυτό το κείμενο σε ταρακούνησε, μοιράσου το. Κάποιος γονιός εκεί έξω το έχει ανάγκη.