Φωνή του Παιδιού: 80% σύγκλιση με τις προτάσεις των Ενεργών Μπαμπάδων

Δημόσια διαβούλευση • Φωνή του Παιδιού • Οικογενειακή διαμεσολάβηση

«Φωνή του Παιδιού»: Περίπου 80% θεματική σύγκλιση με τις προτάσεις των Ενεργών Μπαμπάδων για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Τα σχόλια που δημοσιεύθηκαν στη δημόσια διαβούλευση για το άρθρο 95 και τη «Φωνή του Παιδιού» κινούνται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια κατεύθυνση με θέσεις που έχουν ήδη διατυπώσει οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού: ασφαλής ακρόαση του παιδιού, πραγματική εξειδίκευση, σαφής διάκριση επαγγελματικών ρόλων και προστασία του ανηλίκου από το βάρος της απόφασης.

Τι σημαίνει το «περίπου 80%»: Πρόκειται για θεματική αποτίμηση της σύγκλισης των βασικών θέσεων και όχι για δημοσκόπηση ή επίσημο στατιστικό αποτέλεσμα της δημόσιας διαβούλευσης.

Τι προβλέπει το άρθρο 95

Το άρθρο 95 του υπό διαβούλευση Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών εισάγει την αυτοτελή κατ’ ιδίαν συνεδρία με ανήλικο τέκνο, τη λεγόμενη «Φωνή του Παιδιού».

Σύμφωνα με το κείμενο που τέθηκε σε διαβούλευση, διαπιστευμένος οικογενειακός διαμεσολαβητής μπορεί, με υποχρεωτική συμμετοχή παιδοψυχολόγου και προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των γονέων, να πραγματοποιεί μία ή περισσότερες κατ’ ιδίαν συνεδρίες με το παιδί. Σκοπός είναι να παρέχεται ασφαλές περιβάλλον για την ελεύθερη έκφραση της γνώμης του, ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα και τις ιδιαίτερες ανάγκες του.

Η πρώτη μεγάλη σύγκλιση: Το παιδί πρέπει να ακούγεται

Το πρώτο και θεμελιώδες κοινό σημείο είναι ότι το παιδί πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκφράζει τη δική του οπτική σε διαδικασίες που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή του.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το παιδί πρέπει να μετατρέπεται σε εκείνον που αποφασίζει ποιος γονέας «κερδίζει» ή με ποιον θα ζήσει.

Η «Φωνή του Παιδιού» δεν πρέπει να γίνεται η ερώτηση «με ποιον θέλεις να μείνεις;».

Το παιδί πρέπει να μπορεί να περιγράφει με ασφάλεια πώς βιώνει την καθημερινότητά του, τι το δυσκολεύει, τι το φοβίζει, τι του λείπει και ποιες σχέσεις θεωρεί σημαντικές.

Η ευθύνη της τελικής απόφασης παραμένει στους ενήλικες.

Η ίδια βασική αρχή έχει ήδη διατυπωθεί από τους Ενεργούς Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού στις προτάσεις τους σχετικά με την ψυχολογική και παιδοκεντρική υποστήριξη στις οικογενειακές υποθέσεις.

Δεν αρκεί να είσαι οικογενειακός διαμεσολαβητής

Ένα από τα δύο δημοσιευμένα σχόλια στο άρθρο 95 επισημαίνει ότι η απευθείας επικοινωνία με ένα παιδί απαιτεί ειδική γνώση, ευαισθησία και εξειδικευμένες δεξιότητες.

Προτείνεται μάλιστα η ειδική και πιστοποιημένη εκπαίδευση του οικογενειακού διαμεσολαβητή στη συμμετοχή παιδιών στη διαμεσολάβηση, καθώς η γενική εξειδίκευση στην οικογενειακή διαμεσολάβηση δεν θεωρείται από μόνη της επαρκής.

Η κατεύθυνση αυτή βρίσκεται πολύ κοντά στις προτάσεις των Ενεργών Μπαμπάδων για τα Δικαιώματα του Παιδιού, οι οποίοι έχουν ζητήσει επαληθεύσιμη εκπαίδευση, πιστοποιημένη επάρκεια και σαφές πεδίο αρμοδιοτήτων για τους επαγγελματίες που παρεμβαίνουν στη ζωή ενός παιδιού και μιας οικογένειας.

Οι ρόλοι πρέπει να είναι ξεκάθαροι

Εδώ εμφανίζεται μία από τις ισχυρότερες συγκλίσεις.

Άλλο ο θεραπευτής του παιδιού.

Άλλο ο ειδικός που υποστηρίζει με ασφαλή τρόπο τη φωνή του παιδιού.

Άλλο ο ανεξάρτητος ειδικός που πραγματοποιεί αξιολόγηση για δικαστική χρήση.

Και άλλο ο οικογενειακός διαμεσολαβητής.

Στη δημόσια διαβούλευση επισημάνθηκε ότι το άρθρο 95 περιγράφει αρκετά αναλυτικά τις υποχρεώσεις του διαμεσολαβητή, αλλά αφήνει ασαφή τον ακριβή ρόλο του υποχρεωτικά παρόντος παιδοψυχολόγου: ποιος συνομιλεί με το παιδί, ποιος διευθύνει τη συνεδρία, ποιος μπορεί να καταγράφει ή να μεταφέρει πληροφορίες και πού βρίσκονται τα όρια της εμπιστευτικότητας.

Οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουν ήδη προτείνει τρεις διακριτούς ρόλους: θεραπευτή του παιδιού, ειδικό υποστήριξης της φωνής του παιδιού και ανεξάρτητο δικαστικό αξιολογητή, οι οποίοι κατά κανόνα δεν πρέπει να συγχέονται.

Πού υπάρχει διαφοροποίηση

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορά την υποχρεωτική παρουσία παιδοψυχολόγου σε κάθε συνεδρία.

Στα δύο δημοσιευμένα σχόλια του άρθρου 95 διατυπώνεται η θέση ότι η «Φωνή του Παιδιού» δεν αποτελεί ψυχολογική αξιολόγηση και ότι ένας ειδικά εκπαιδευμένος διαμεσολαβητής μπορεί να πραγματοποιεί τη διαδικασία, με τη δυνατότητα συμμετοχής ψυχολόγου ή άλλου ειδικού όταν οι ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού το απαιτούν.

Οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουν δώσει μεγαλύτερη έμφαση στον ενεργό ρόλο κατάλληλα εξειδικευμένου ψυχολόγου παιδιού και οικογένειας στις ουσιώδεις διαδικασίες γονικής μέριμνας και επικοινωνίας, χωρίς όμως να υποστηρίζουν ότι κάθε περίπτωση χρειάζεται το ίδιο βάθος παρέμβασης.

Η πρότασή τους προβλέπει κλιμάκωση ανάλογα με τις ανάγκες, το επίπεδο σύγκρουσης και τους ενδεχόμενους κινδύνους κάθε οικογένειας.

Το κρίσιμο κενό της συναίνεσης των γονέων

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα που οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουν αναδείξει και το οποίο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των δύο σχολίων της διαβούλευσης.

Το άρθρο 95 προβλέπει ότι για να πραγματοποιηθεί η συνεδρία απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των γονέων.

Τι συμβαίνει όμως όταν ο ένας γονέας συμφωνεί να ακουστεί το παιδί και ο άλλος αρνείται;

Μπορεί μία απλή άρνηση να εμποδίζει στην πράξη την ενεργοποίηση της «Φωνής του Παιδιού»;

Και ποια διαδικασία θα πρέπει να ακολουθείται όταν η άρνηση δεν στηρίζεται σε ζήτημα ασφάλειας του παιδιού αλλά αποτελεί μέρος της γονεϊκής σύγκρουσης;

Πρόκειται για σημείο που χρειάζεται σαφέστερη θεσμική απάντηση.

Ένα εθνικό πρωτόκολλο για τη φωνή του παιδιού

Οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουν προτείνει ένα ακόμη βήμα: τη δημιουργία ενιαίου εθνικού πρωτοκόλλου ασφαλούς και ουσιαστικής ακρόασης του παιδιού.

Στην πρότασή τους περιλαμβάνεται η μελλοντική αξιοποίηση των επιστημονικών εργαλείων και των τελικών αποτελεσμάτων του προγράμματος CHILDSay, μετά την ολοκλήρωση και αξιολόγησή του, ώστε να δημιουργηθούν κοινά πρότυπα για τη συμμετοχή των παιδιών στις οικογενειακές διαδικασίες.

Γιατί δεν αρκεί να γράφει ένας νόμος ότι «το παιδί ακούγεται».

Πρέπει να γνωρίζουμε:

  • ποιος ακούει το παιδί,
  • με ποια πιστοποιημένη εκπαίδευση,
  • με ποια μεθοδολογία,
  • με ποια όρια αρμοδιοτήτων,
  • τι μπορεί να μεταφερθεί στους γονείς,
  • τι παραμένει εμπιστευτικό,
  • πώς αναγνωρίζεται πιθανή πίεση ή καθοδήγηση,
  • και πώς προστατεύεται το παιδί από το να μετατραπεί σε εργαλείο της γονεϊκής σύγκρουσης.

Πού βρίσκεται η περίπου 80% σύγκλιση

Θεματικός άξονας Σχόλια διαβούλευσης Προτάσεις Ενεργών Μπαμπάδων για τα Δικαιώματα του Παιδιού
Το παιδί πρέπει να ακούγεται Ισχυρή συμφωνία Ισχυρή συμφωνία
Το παιδί δεν αποφασίζει αντί των ενηλίκων Ισχυρή συμφωνία Ισχυρή συμφωνία
Ειδική εκπαίδευση Ρητή απαίτηση Ρητή απαίτηση
Διακριτοί επαγγελματικοί ρόλοι Κεντρικό ζήτημα Κεντρική πρόταση
Παιδοψυχολόγος σε κάθε συνεδρία Επιφυλάξεις Μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργό συμμετοχή ειδικού, ανάλογα με την περίπτωση
Εθνικό πρωτόκολλο Ζητείται σαφής μεθοδολογία και εξειδίκευση Ρητή πρόταση για ενιαίο εθνικό πρωτόκολλο
Άρνηση συναίνεσης ενός γονέα Δεν αποτελεί κεντρικό σημείο των δύο σχολίων Αναδεικνύεται ως θεσμικό κενό

Η εκτίμηση της περίπου 80% θεματικής σύγκλισης προκύπτει από τη σύγκριση αυτών των βασικών αξόνων. Δεν αποτελεί μέτρηση του ποσοστού των πολιτών που συμμετείχαν στη διαβούλευση ούτε επίσημο αποτέλεσμα του OpenGov.

Το παιδί στο κέντρο, όχι στη μέση

Η δημόσια συζήτηση για τη «Φωνή του Παιδιού» δείχνει ότι υπάρχει σημαντικό κοινό έδαφος.

Το παιδί πρέπει να ακούγεται.

Πρέπει όμως να ακούγεται με ασφάλεια, από ανθρώπους με πραγματική εξειδίκευση και μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι.

Η γνώμη του πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη χωρίς να του μεταφέρεται το βάρος της απόφασης και χωρίς να μετατρέπεται σε εργαλείο της σύγκρουσης των γονέων του.

Σε αυτόν τον βασικό προσανατολισμό, τα σχόλια που δημοσιεύθηκαν για το άρθρο 95 βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό κοντά στις προτάσεις που έχουν ήδη καταθέσει δημόσια οι Ενεργοί Μπαμπάδες για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Το παιδί δεν είναι η διαφορά. Είναι ο άνθρωπος που θα ζήσει με τις συνέπειές της.


-