Σε δημόσια διαβούλευση η «Φωνή του Παιδιού»

Σε δημόσια διαβούλευση η «Φωνή του Παιδιού» στην οικογενειακή διαμεσολάβηση

Τι προβλέπει το νέο σχέδιο για γονική μέριμνα, επιμέλεια, επικοινωνία και ακρόαση του παιδιού

Όταν δύο γονείς χωρίζουν, η μεταξύ τους σχέση αλλάζει.

Η σχέση όμως του παιδιού με τους γονείς του δεν παύει να υπάρχει.

Από εκείνη τη στιγμή, αποφάσεις για την κατοικία, την καθημερινότητα, τη γονική μέριμνα, την επιμέλεια και την επικοινωνία επηρεάζουν άμεσα τη ζωή ενός τρίτου προσώπου: του παιδιού.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο επιχειρεί να παρέμβει ο νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο οποίος βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 24 Σεπτεμβρίου 2026, ώρα 09:00.

Πρόκειται ακόμη για σχέδιο νόμου και όχι για νέο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Ανάμεσα στις διατάξεις του υπάρχει μία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις οικογενειακές διαφορές.

Έχει τον τίτλο: «Φωνή του Παιδιού».

Τι σημαίνει όμως στην πράξη;

Και κυρίως, αρκεί να ακούσουμε το παιδί ή χρειάζεται να εξετάσουμε και τι συμβαίνει μετά, όταν οι γονείς συμφωνούν αλλά η συμφωνία δεν εφαρμόζεται;

Η οικογενειακή διαμεσολάβηση μπαίνει στον πυρήνα της γονικής διαφοράς

Το άρθρο 92 του σχεδίου προβλέπει ρητά ότι στην οικογενειακή διαμεσολάβηση μπορούν να υπαχθούν διαφορές που αφορούν:

  • τη γονική μέριμνα,
  • την επιμέλεια ανηλίκων,
  • την επικοινωνία γονέα και παιδιού,
  • τη διατροφή,
  • τη χρήση της οικογενειακής στέγης,
  • καθώς και άλλα ζητήματα σχετικά με τις οικογενειακές και περιουσιακές σχέσεις.

Επομένως, δεν μιλάμε για μια διαδικασία που αφορά δευτερεύοντα ζητήματα.

Μιλάμε για ορισμένα από τα σημαντικότερα θέματα που προκύπτουν μετά τον χωρισμό δύο γονέων.

Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ως υπέρτερο κριτήριο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 93.

Το σχέδιο προβλέπει ότι ο διαμεσολαβητής λαμβάνει υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου παιδιού ως υπέρτερο κριτήριο κατά τη διαδικασία και τη διαμόρφωση της συμφωνίας.

Ταυτόχρονα προβλέπει δύο ακόμη στοιχεία:

  • την ισότιμη ακρόαση και των δύο γονέων,
  • τη συνεκτίμηση της γνώμης του παιδιού ανάλογα με την ωριμότητά του.

Αυτή η τριπλή πρόβλεψη έχει ουσιαστική σημασία.

Το επίκεντρο της διαδικασίας δεν τοποθετείται στο ποιος γονέας θα «κερδίσει» μια αντιπαράθεση.

Το ερώτημα μεταφέρεται στο ποια ρύθμιση ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και στο συμφέρον του συγκεκριμένου παιδιού, αφού ακουστούν και οι δύο γονείς.

Υπάρχει παράλληλα σημαντική ασφαλιστική δικλείδα.

Το ίδιο άρθρο ορίζει ότι η διαδικασία διακόπτεται εάν η ανισορροπία δύναμης μεταξύ των μερών δεν επιτρέπει ελεύθερη διαπραγμάτευση ή εάν εμφανιστούν ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας.

Άρα η οικογενειακή διαμεσολάβηση, όπως περιγράφεται στο σχέδιο, δεν αντιμετωπίζεται ως κατάλληλη λύση ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάθε υπόθεσης.

Η «Φωνή του Παιδιού»

Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη ίσως καινοτομία του συγκεκριμένου κεφαλαίου.

Το άρθρο 95 προβλέπει τη δυνατότητα πραγματοποίησης μιας ή περισσότερων ξεχωριστών συναντήσεων του διαμεσολαβητή με το παιδί.

Η συνεδρία πραγματοποιείται χωρίς την παρουσία των γονέων, ενώ το σημερινό κείμενο του σχεδίου προβλέπει υποχρεωτική συμμετοχή παιδοψυχολόγου.

Ο δηλωμένος σκοπός είναι να υπάρχει ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, τον βαθμό ωριμότητας και τις ιδιαίτερες ανάγκες του.

Και εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση:

Το παιδί ακούγεται.

Δεν καλείται να αποφασίσει.

Η συμμετοχή του είναι εθελοντική και μπορεί οποτεδήποτε να αρνηθεί ή να διακόψει τη συνεδρία χωρίς δυσμενή συνέπεια.

Παράλληλα, η συζήτηση είναι εμπιστευτική. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να μεταφέρει στους γονείς μόνο εκείνες τις πληροφορίες για τις οποίες το ίδιο το παιδί έχει συναινέσει, με εξαίρεση περιπτώσεις στις οποίες τίθεται ζήτημα προστασίας της ζωής ή της σωματικής ή ψυχικής ακεραιότητάς του.

Ούτε επιτρέπεται στον διαμεσολαβητή να συντάξει αξιολόγηση ή να κάνει συστάσεις σχετικά με τη γονική μέριμνα, την επιμέλεια ή την επικοινωνία.

Αυτό έχει σημασία.

Η «Φωνή του Παιδιού» δεν σημαίνει:

«Πες μας ποιον γονέα επιλέγεις».

Σημαίνει ότι το παιδί αποκτά έναν χώρο στον οποίο μπορεί να πει:

«Αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Αυτά με φοβίζουν. Αυτά χρειάζομαι. Αυτά θέλω να γνωρίζετε».

Χωρίς να του μεταφέρεται το βάρος της τελικής απόφασης.

Ένα σημαντικό ερώτημα: τι γίνεται όταν ένας γονέας δεν συναινεί;

Το άρθρο 95 περιλαμβάνει όμως μία προϋπόθεση που αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά.

Η ξεχωριστή συνεδρία με το παιδί μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των γονέων.

Και εδώ προκύπτει ένα πρακτικό ερώτημα:

Τι συμβαίνει εάν το παιδί επιθυμεί να ακουστεί, ο ένας γονέας συμφωνεί, αλλά ο άλλος αρνείται να δώσει τη συναίνεσή του;

Με τη σημερινή διατύπωση του υπό διαβούλευση άρθρου, η συγκεκριμένη διαδικασία δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς την απαιτούμενη γονική συναίνεση.

Επομένως, άλλο είναι η αναγνώριση της δυνατότητας να ακούγεται το παιδί και άλλο η πρακτική δυνατότητα ενεργοποίησής της σε μια οικογενειακή σύγκρουση.

Αυτό είναι ένα από τα σημεία των οποίων η τελική νομοθετική μορφή και η εφαρμογή στην πράξη θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η συμφωνία δεν είναι αρκετή αν παραμένει μόνο στο χαρτί

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη πλευρά του σχεδίου, λιγότερο εντυπωσιακή ως τίτλος αλλά ιδιαίτερα σημαντική στην πράξη.

Τι γίνεται αφού οι γονείς συμφωνήσουν;

Για παράδειγμα, δύο γονείς καταλήγουν μέσω διαμεσολάβησης σε συγκεκριμένη συμφωνία για την επικοινωνία του παιδιού με καθέναν από αυτούς.

Τι συμβαίνει εάν στη συνέχεια οι όροι του πρακτικού δεν τηρούνται;

Το άρθρο 96 προβλέπει ότι, όταν παραβιάζονται όροι πρακτικού οικογενειακής διαμεσολάβησης σχετικοί με την επιμέλεια, την επικοινωνία γονέα και παιδιού ή τη γονική μέριμνα, εφαρμόζεται το άρθρο 169Α του Ποινικού Κώδικα.

Παράλληλα, με το άρθρο 177 προτείνεται τροποποίηση του άρθρου 169Α ώστε να περιλαμβάνονται ρητά πρακτικά διαμεσολάβησης που αφορούν όχι μόνο την επικοινωνία των ανήλικων παιδιών αλλά και την άσκηση ή κατανομή της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας.

Η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή για τις περιπτώσεις που περιγράφει.

Πρόκειται για προτεινόμενη διάταξη του υπό διαβούλευση σχεδίου και όχι για νέα διάταξη που έχει ήδη τεθεί σε ισχύ.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η εφαρμογή

Στις οικογενειακές υποθέσεις υπάρχει ένας παράγοντας που δεν μπορεί να ανακτηθεί εκ των υστέρων:

ο χρόνος.

Ένα παιδί έξι ετών που χάνει δύο χρόνια σταθερής σχέσης με έναν γονέα δεν παραμένει έξι ετών μέχρι να ολοκληρωθεί μια διαδικασία.

Γίνεται οκτώ.

Ένα παιδί δώδεκα ετών γίνεται δεκατέσσερα.

Η παιδική ηλικία δεν αναστέλλεται όσο οι ενήλικοι επιλύουν τη μεταξύ τους διαφορά.

Γι' αυτό και η αποτελεσματικότητα μιας οικογενειακής ρύθμισης δεν αποτυπώνεται μόνο στο κείμενό της.

Αποτυπώνεται στον χρόνο που απαιτείται για να εφαρμοστεί και στο κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει στην πραγματική ζωή του παιδιού.

Η φωνή του παιδιού δεν είναι ψήφος υπέρ ενός γονέα

Ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο της νέας συζήτησης.

Η ακρόαση του παιδιού δεν πρέπει να συγχέεται με την επιλογή γονέα.

Το παιδί δεν είναι ο δικαστής της μητέρας και του πατέρα του.

Δεν είναι ο διαπραγματευτής τους.

Δεν είναι υπεύθυνο να λύσει τη σύγκρουσή τους.

Αυτό που του δίνεται είναι κάτι διαφορετικό:

το δικαίωμα να ακουστεί για αποφάσεις που αλλάζουν τη δική του καθημερινότητα.

Το παιδί δεν είναι η διαφορά. Είναι ο άνθρωπος που ζει με τις συνέπειές της

Ο νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών βρίσκεται ακόμη σε δημόσια διαβούλευση.

Οι τελικές ρυθμίσεις μπορεί να αλλάξουν πριν από την κατάθεση και ψήφισή τους.

Όμως η συζήτηση που έχει ανοίξει αγγίζει τον πυρήνα κάθε οικογενειακής διαφοράς:

  • Πώς ακούγονται πραγματικά και οι δύο γονείς;
  • Πώς ακούγεται το ίδιο το παιδί χωρίς να φορτώνεται με την ευθύνη της απόφασης;
  • Πώς προστατεύεται όταν υπάρχουν ζητήματα βίας ή ασφάλειας;
  • Και πώς μια συμφωνία για γονική μέριμνα, επιμέλεια ή επικοινωνία μετατρέπεται από ένα υπογεγραμμένο έγγραφο σε πραγματικότητα;

Γιατί όταν χωρίζουν οι γονείς, εκείνο που αλλάζει είναι η μεταξύ τους σχέση.

Η γονεϊκή σχέση με το παιδί εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα, το οποίο χρειάζεται να ρυθμίζεται με βάση τις συνθήκες κάθε οικογένειας και πρωτίστως το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Και η «Φωνή του Παιδιού» αποκτά πραγματικό περιεχόμενο μόνο όταν δεν αντιμετωπίζει το παιδί ως αντικείμενο μιας διαφοράς, αλλά ως πρόσωπο που επηρεάζεται άμεσα από αυτήν.

Σημείωση: Το άρθρο βασίζεται στο κείμενο της δημόσιας διαβούλευσης όπως ήταν αναρτημένο στις 21 Σεπτεμβρίου 2026. Οι αναφερόμενες νέες ρυθμίσεις αποτελούν προτάσεις του σχεδίου νόμου και όχι ήδη ψηφισμένες διατάξεις.

 


-