Μήπως να καταργήσουμε τα πρωτοδικεία;

Μήπως να καταργήσουμε τα πρωτοδικεία;
Όχι τη Δικαιοσύνη. Ίσως όμως την ιδέα ότι ένας δικαστής μπορεί να είναι ταυτόχρονα νομικός, οικονομολόγος, στατιστικολόγος και ειδικός στις οικογενειακές σχέσεις
 
Ο τίτλος είναι σκόπιμα προκλητικός.
 
Προφανώς κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν προτείνει να καταργηθούν τα πρωτοδικεία. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που η ελληνική Πολιτεία οφείλει επιτέλους να αντιμετωπίσει:
 
Μπορούμε να συνεχίζουμε να αναθέτουμε εξαιρετικά σύνθετες οικογενειακές διαφορές σε ένα σύστημα που απαιτεί από τον ίδιο δικαστή να διαθέτει γνώσεις πολλών διαφορετικών επιστημονικών πεδίων;
 
Το ερώτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν μιλάμε για τη διατροφή ενός παιδιού.
 
Ο δικαστής δεν καλείται απλώς να εφαρμόσει έναν νόμο.
 
Καλείται να προσδιορίσει πόσο πραγματικά κοστίζει η διαβίωση ενός παιδιού. Να εκτιμήσει τα εισοδήματα του πατέρα και της μητέρας. Να αξιολογήσει περιουσία, ενοίκια, δάνεια, έξοδα στέγασης και φορολογικά δεδομένα. Να αποφασίσει ακόμη και πόσα χρήματα θα μπορούσε να κερδίζει ένας γονέας, όταν θεωρεί ότι το πραγματικό ή δηλωμένο εισόδημά του δεν ανταποκρίνεται στις δυνατότητές του.
 
Με άλλα λόγια, πρέπει να κάνει και οικονομική ανάλυση.
 
Τι λέει ο νόμος
 
Η αρχή είναι απολύτως λογική.
 
Το άρθρο 1489 ΑΚ προβλέπει ότι οι δύο γονείς οφείλουν να συνεισφέρουν στη διατροφή του παιδιού ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
 
Ο ίδιος ο Άρειος Πάγος έχει διευκρινίσει ότι, αφού προσδιοριστούν οι ανάγκες του τέκνου, η συμμετοχή κάθε γονέα πρέπει να υπολογίζεται με βάση τη σχέση των οικονομικών δυνάμεών του προς το σύνολο των οικονομικών δυνάμεων και των δύο.
 
Στα χαρτιά ακούγεται απλό.
 
Στην πραγματικότητα όμως εμφανίζεται το δύσκολο ερώτημα:
 
Πώς προσδιορίζονται αυτές οι οικονομικές δυνάμεις;
 
Και ακόμη περισσότερο:
 
Με ποιες επιστημονικές γνώσεις προσδιορίζεται το πραγματικό κόστος ζωής;
 
Μια απόφαση του Αρείου Πάγου που πρέπει να μας προβληματίσει
 
Η ΑΠ 82/2024 είναι αποκαλυπτική.
 
Το δικαστήριο είχε δεχθεί μηνιαίο καθαρό εισόδημα πατέρα 2.655,11 ευρώ και μητέρας 2.323 ευρώ.
 
Οι οικονομικές τους δυνάμεις, δηλαδή, δεν απείχαν δραματικά.
 
Παρόλα αυτά, για ανάγκες 800 ευρώ ανά παιδί, στον πατέρα καταλογίστηκαν 600 ευρώ και στη μητέρα 200. Σε επόμενη περίοδο, από τις ανάγκες των 950 ευρώ, ο πατέρας επιβαρύνθηκε με 750 ευρώ και η μητέρα με 200 ευρώ.
 
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ο επιμερισμός αυτός παραβίασε τον κανόνα της αναλογικής συμμετοχής και επισήμανε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τις οικονομικές δυνάμεις των γονέων και τις ανάγκες των παιδιών.
 
Δεν αποδεικνύει αυτή η μία απόφαση ότι «οι δικαστές αδικούν τους πατέρες».
 
Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ σημαντικότερο:
 
Ακόμη και σε ένα τόσο βασικό οικονομικό ζήτημα, μια δικαστική κρίση μπορεί να φτάσει μέχρι τον Άρειο Πάγο και να κριθεί ότι ο οικονομικός επιμερισμός δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς.
 
Ποιος όμως εκπαιδεύει τον δικαστή στα οικονομικά;
 
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη θεσμική απορία.
 
Το επίσημο πρόγραμμα σπουδών 2026-2028 της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών προβλέπει για το Οικογενειακό Δίκαιο πέντε ημέρες διδασκαλίας.
 
Μέσα σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι σχέσεις συζύγων, τα αποκτήματα, η συγγένεια, η διατροφή, η γονική μέριμνα, η επιμέλεια, η επικοινωνία, η κακή άσκηση γονικής μέριμνας, η ειδική διαδικασία οικογενειακών διαφορών, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, η υιοθεσία, η αναδοχή και η δικαστική συμπαράσταση.
 
Πρόκειται για τεράστιο γνωστικό πεδίο.
 
Στο δημοσιευμένο πρόγραμμα δεν εμφανίζεται ξεχωριστή υποχρεωτική εκπαίδευση σε οικονομικά νοικοκυριού, στατιστική, αγορά εργασίας, δεδομένα ΕΛΣΤΑΤ ή μεθόδους υπολογισμού κόστους διαβίωσης.
 
Αυτό δεν αποτελεί μομφή εναντίον των δικαστών.
 
Ένας πρωτοδίκης είναι νομικός.
 
Δεν είναι αυτονόητο ότι πρέπει, επειδή διορίστηκε δικαστής, να μετατραπεί αυτομάτως και σε οικονομολόγο.
 
Και εδώ εμφανίζεται η Λάουρα Κοβέσι
 
Η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι, μιλώντας το 2024 για την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης σε σύνθετες υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος, ήταν σαφής:
 
«Αρχικά θεωρώ πως πρέπει να υπάρχει εξειδίκευση. Εισαγγελείς με εξειδικευμένη αποστολή καθώς και εξειδικευμένα δικαστήρια».
 
Η Κοβέσι δεν μιλούσε για οικογενειακό δίκαιο. Θα ήταν ανακριβές να της το αποδώσουμε.
 
Η αρχή όμως που περιγράφει είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα:
 
Όσο πιο σύνθετο γίνεται ένα αντικείμενο, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη εξειδίκευσης.
 
Γιατί λοιπόν θεωρούμε αυτονόητη την εξειδίκευση στο οικονομικό έγκλημα, αλλά όχι στις υποθέσεις στις οποίες αποφασίζεται η καθημερινή ζωή ενός παιδιού και η οικονομική επιβίωση δύο χωρισμένων νοικοκυριών;
 
Ίσως λοιπόν το πρόβλημα δεν είναι ο πρωτοδίκης
 
Ίσως το πρόβλημα είναι τι του ζητάμε να κάνει.
 
Του ζητάμε να προσδιορίζει:
 
το πραγματικό εισόδημα,
 
τη δυνατότητα μελλοντικού εισοδήματος,
 
το κόστος ενός παιδιού,
 
την αξία της προσωπικής φροντίδας,
 
το κόστος στέγασης,
 
τις εύλογες ανάγκες ενός ενήλικα,
 
την οικονομική δυνατότητα δύο διαφορετικών νοικοκυριών.
 
Και ύστερα του ζητάμε να μετατρέψει όλα αυτά σε ένα χρηματικό ποσό που μπορεί να επηρεάζει μια οικογένεια για χρόνια.
 
Χωρίς ενιαίο επίσημο οικονομικό μοντέλο.
 
Χωρίς υποχρεωτικούς πίνακες αναφοράς.
 
Χωρίς υποχρεωτική χρήση δεδομένων της ΕΛΣΤΑΤ.
 
Χωρίς οικονομικό πραγματογνώμονα σε κάθε υπόθεση.
 
Και συχνά χωρίς να υπάρχουν καν διαθέσιμα εθνικά στατιστικά για το τι ποσά επιδικάζονται και με ποια σχέση προς τα εισοδήματα των γονέων.
 
Υπάρχει άλλος δρόμος
 
Η εξειδικευμένη οικογενειακή δικαιοσύνη δεν είναι κάποια εξωτική ιδέα.
 
Το Συμβουλευτικό Συμβούλιο Ευρωπαίων Δικαστών έχει καταγράψει τα οικογενειακά δικαστήρια μεταξύ των μορφών δικαστικής εξειδίκευσης που συναντώνται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
 
Στην Αγγλία και την Ουαλία λειτουργεί ξεχωριστό Family Court, ενώ στις υποθέσεις παιδιών υπάρχει και το Cafcass, ανεξάρτητη υπηρεσία που συμβουλεύει τα οικογενειακά δικαστήρια για την ευημερία και το συμφέρον του παιδιού.
 
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιγράψουμε κάποιο ξένο μοντέλο.
 
Σημαίνει όμως ότι μπορούμε να συζητήσουμε σοβαρά ένα ελληνικό σύστημα με εξειδικευμένους οικογενειακούς δικαστές, συνεχή εκπαίδευση, οικονομική και κοινωνική επιστημονική υποστήριξη και αντικειμενικά εργαλεία αναφοράς.
 
Για τις διατροφές ειδικότερα χρειάζεται κάτι ακόμη:
 
διαφάνεια.
 
Ανώνυμα στατιστικά για τις δικαστικές αποφάσεις.
 
Εισόδημα πατέρα και μητέρας.
 
Ανάγκες παιδιού που έγιναν δεκτές.
 
Χρόνος διαμονής με κάθε γονέα.
 
Παροχές σε είδος.
 
Ποσό που επιδικάστηκε.
 
Ποσοστό της διατροφής επί του διαθέσιμου εισοδήματος.
 
Και κυρίως, πόσα χρήματα απομένουν τελικά σε κάθε γονέα για τη δική του αξιοπρεπή διαβίωση και για τη φροντίδα του παιδιού όταν βρίσκεται μαζί του.
 
Μήπως λοιπόν να καταργήσουμε τα πρωτοδικεία;
 
Όχι.
 
Να καταργήσουμε όμως την ψευδαίσθηση ότι ένας γενικός δικαστής, όσο ικανός και αν είναι, μπορεί χωρίς εξειδικευμένα εργαλεία και επιστημονική υποστήριξη να γνωρίζει τα πάντα.
 
Το παιδί δεν χρειάζεται έναν οικονομικά εξουθενωμένο πατέρα.
 
Ούτε μια οικονομικά εξουθενωμένη μητέρα.
 
Χρειάζεται δύο γονείς που μπορούν να το φροντίζουν.
 
Και η Δικαιοσύνη δεν πρέπει απλώς να επιδικάζει ένα ποσό.
 
Πρέπει να μπορεί να αποδεικνύει, με αντικειμενικά δεδομένα και καθαρή μεθοδολογία, γιατί αυτό το ποσό είναι δίκαιο.
 
Γιατί όταν μια απόφαση καθορίζει τη ζωή ενός παιδιού και δύο οικογενειακών νοικοκυριών, η «κοινή πείρα» δεν αρκεί πάντοτε.
 
Χρειάζεται γνώση.
 
Χρειάζεται εξειδίκευση.
 
Και πάνω απ' όλα, χρειάζεται μια οικογενειακή Δικαιοσύνη σχεδιασμένη πραγματικά γύρω από το παιδί.

-