Είσαι χωρισμένος με παιδιά, δεν θα έχεις να φας

Η φράση ακούγεται ακραία, αλλά για μια αυξανόμενη μερίδα χωρισμένων πατέρων αποτυπώνει μια πραγματική εμπειρία. Η υποχρέωση διατροφής, όπως εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο στήριξης του παιδιού αλλά μετατρέπεται σε οικονομική επιβάρυνση που αγγίζει ή και ξεπερνά τις πραγματικές δυνατότητες του υπόχρεου. Το αποτέλεσμα δεν είναι ισορροπία, αλλά μια καθημερινή συνθήκη πίεσης που επηρεάζει την ίδια την επιβίωση.
 
Το νομικό πλαίσιο προβλέπει ότι η διατροφή πρέπει να καθορίζεται με βάση τις ανάγκες του παιδιού και τις οικονομικές δυνατότητες και των δύο γονέων. Στην πράξη όμως, η εφαρμογή αυτής της αρχής δεν είναι πάντα συνεπής. Η απουσία ενιαίων κριτηρίων και σαφών ορίων οδηγεί σε αποφάσεις που βασίζονται σε εκτιμήσεις και όχι σε σταθερά δεδομένα. Η κρίση του δικαστή γίνεται καθοριστική, χωρίς να περιορίζεται από ένα συγκεκριμένο σύστημα που να εξασφαλίζει αναλογικότητα και προβλεψιμότητα.
 
Ιδιαίτερο ρόλο παίζει η έννοια του δυνητικού εισοδήματος, δηλαδή η εκτίμηση του τι θα μπορούσε να κερδίζει κάποιος και όχι του τι πραγματικά κερδίζει. Αν και αυτό το εργαλείο μπορεί να έχει νόημα σε περιπτώσεις απόκρυψης εισοδήματος, η ευρεία χρήση του χωρίς σαφή τεκμηρίωση δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Η απόφαση μετατοπίζεται από την πραγματικότητα στην υπόθεση, και η υποχρέωση διατροφής μπορεί να καθοριστεί σε επίπεδα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική κατάσταση του πατέρα.
 
Οι συνέπειες αυτής της απόκλισης είναι άμεσες και βαθιές. Οικονομικά, πολλοί πατέρες βρίσκονται να εξαντλούν το σύνολο του εισοδήματός τους, αδυνατώντας να καλύψουν βασικές ανάγκες. Δημιουργούνται οφειλές και μια μόνιμη αίσθηση οικονομικής ασφυξίας. Συναισθηματικά, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε αίσθηση αδικίας, ψυχολογική πίεση και συχνά απομάκρυνση από το παιδί. Σε κοινωνικό επίπεδο, ενισχύεται η δυσπιστία απέναντι στο σύστημα δικαιοσύνης και δημιουργείται ένα περιβάλλον αποθαρρυντικό για τη δημιουργία οικογένειας.
 
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να καταγράφονται συστηματικά. Δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα που να δείχνουν τη σχέση ανάμεσα στα ποσά διατροφής και τα πραγματικά εισοδήματα. Δεν υπάρχει μηχανισμός αξιολόγησης της βιωσιμότητας των αποφάσεων. Δεν υπάρχει έλεγχος για το αν το αποτέλεσμα που παράγεται μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί. Η απουσία αυτής της πληροφορίας δεν είναι ουδέτερη. Σημαίνει ότι το σύστημα λειτουργεί χωρίς ανατροφοδότηση και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής διόρθωσης.
 
Η ευθύνη σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ατομική. Όταν επαναλαμβάνονται αποφάσεις που οδηγούν σε οικονομική εξάντληση, το ζήτημα παύει να είναι μεμονωμένο και αποκτά θεσμικό χαρακτήρα. Η πολιτεία θεσπίζει κανόνες, αλλά δεν παρακολουθεί επαρκώς την εφαρμογή τους. Η δικαιοσύνη αποδίδεται μέσα από ένα πλαίσιο που αφήνει μεγάλα περιθώρια υποκειμενικότητας, χωρίς μηχανισμούς που να εξασφαλίζουν συνέπεια και ισορροπία.
 
Το αποτέλεσμα είναι μια μετατόπιση από την αρχική πρόθεση του νόμου. Αντί για ισότιμη συμμετοχή των δύο γονέων, δημιουργούνται περιπτώσεις όπου το βάρος συγκεντρώνεται δυσανάλογα στον έναν. Η προστασία του παιδιού δεν μπορεί να βασίζεται στην οικονομική κατάρρευση του ενός γονέα, γιατί αυτό τελικά επηρεάζει αρνητικά και το ίδιο το παιδί. Η σταθερότητα και των δύο πλευρών είναι προϋπόθεση για ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον, ακόμη και μετά τον χωρισμό.
 
Για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, απαιτούνται συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Χρειάζεται καταγραφή και δημοσιοποίηση στοιχείων, ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα της πραγματικότητας. Χρειάζονται ενιαία κριτήρια που να περιορίζουν τις αποκλίσεις και να εξασφαλίζουν ότι η διατροφή συνδέεται με πραγματικά δεδομένα. Χρειάζεται έλεγχος της εφαρμογής και δυνατότητα διόρθωσης όταν τα αποτελέσματα δεν είναι βιώσιμα. Χωρίς αυτά, το πρόβλημα θα συνεχίσει να αναπαράγεται.
 
Όταν ένας γονέας καλείται να πληρώσει ποσά που δεν του επιτρέπουν να ζήσει αξιοπρεπώς, τότε δεν μιλάμε για ισορροπημένη εφαρμογή του νόμου. Μιλάμε για ένα σύστημα που δεν μετρά σωστά τις συνέπειες των αποφάσεών του. Και όταν αυτό συμβαίνει συστηματικά, η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ευθύνη θεσμική.
 

-